βιαστικός

βῐασ-τικός, ή, όν,
A forcible, violent,

νόμος Pl.Lg.921e

, Arist.MA703a22: [comp] Comp.,

ἀνάγκη Ph.2.395

: [comp] Sup., φίλτρον ib. 28; cogent, τὸ β. [τοῦ λογικοῦ] Jul.Or.7.216a. Adv.

-κῶς

violently,

EM197.11

: of a forced construction, Sch.Philostr. Her.p.484B.: [comp] Comp.

-ώτερον, ἐπιτάττειν S.E.M.6.7

: also, cogently,

ἀποδείκνυται Gal.5.480

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βιαστικός, -ή — και ιά, ό επίρρ. βιαστικά αυτός που σπεύδει, βιάζεται να ενεργήσει: Πες μου γρήγορα τι θέλεις γιατί είμαι πολύ βιαστικός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βιαστικός — forcible masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιαστικός — ή, ό (Μ βιαστικός, ή, όν) [βιάζομαι] καταναγκαστικός, τυραννικός μσν. νεοελλ. αυτός που γίνεται με βιάση, με σπουδή νεοελλ. εκείνος που επείγει, που πρέπει να γίνει γρήγορα αρχ. ισχυρός, βίαιος …   Dictionary of Greek

  • βιαστικός — [виастикос] εκ. спешный, поспешный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βιαστικά — βιαστικός forcible neut nom/voc/acc pl βιαστικά̱ , βιαστικός forcible fem nom/voc/acc dual βιαστικά̱ , βιαστικός forcible fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιαστικώτερον — βιαστικός forcible adverbial comp βιαστικός forcible masc acc comp sg βιαστικός forcible neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιαστικόν — βιαστικός forcible masc acc sg βιαστικός forcible neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιαστικώτατα — βιαστικός forcible adverbial superl βιαστικός forcible neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιαστικώτατον — βιαστικός forcible masc acc superl sg βιαστικός forcible neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιαστικαῖς — βιαστικός forcible fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιαστικοῦ — βιαστικός forcible masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.